αναφωνώ


αναφωνώ
αναφωνώ, αναφώνησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναφωνώ — (AM ἀναφωνῶ, έω) φωνάζω δυνατά, κραυγάζω αιφνίδια μσν. 1. καλώ κάποιον με το όνομά του 2. τραγουδώ αρχ. 1. ασκώ τη φωνή μου απαγγέλλοντας δυνατά 2. ανακηρύττω, αναγορεύω …   Dictionary of Greek

  • αναφωνώ — ησα, φωνάζω δυνατά: Όλοι γύρω αναφωνούσαν επιδοκιμαστικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προαναφωνώ — έω, ΜΑ [ἀναφωνῶ] αναφωνώ εκ τών προτέρων αρχ. 1. προλέγω, προκηρύσσω 2. αναγγέλλω προηγουμένως 3. βεβαιώνω κάτι πρώτος 4. λέγω κάτι ως πρόλογο …   Dictionary of Greek

  • προσαναφθέγγομαι — Α αναφωνώ επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀναφθέγγομαι «αναφωνώ, φωνάζω δυνατά»] …   Dictionary of Greek

  • υπερπυππάζω — Α (κατά τα Ανέκδοτα Βεκκήρου) αναφωνώ με θαυμασμό που ξεπερνά τα συνηθισμένα και φυσιολογικά μέτρα («οἱ δ ὑπερεπῄνουν ὑπερεπύππαζόν τέ με ἅπαντες», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πυππάζω «αναφωνώ με θαυμασμό» (< πύππαξ «επιφώνημα… …   Dictionary of Greek

  • αναφθέγγομαι — ἀναφθέγγομαι (Α) αναφωνώ, φωνάζω δυνατά …   Dictionary of Greek

  • επιφωνώ — (AM ἐπιφωνῶ, έω) φωνάζω, αναφωνώ («οἱ δὲ ἐπεφώνουν λέγοντες σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν», ΚΔ) μσν. 1. δηλώνω πανηγυρικά, φανερώνω 2. προσφωνώ 3. διατάζω 4. μέσ. ἐπιφωνοῡμαι α) συμβουλεύω, προτρέπω β) παραγγέλνω, διατάζω γ) γνωστοποιώ αρχ. μσν.… …   Dictionary of Greek

  • ιηπαιωνίζω — ἰηπαιωνίζω (Α) αναφωνώ, κραυγάζω ιή* παιών, επικαλούμαι τον Απόλλωνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰή παιών, κραυγή επικλήσεως τού Απόλλωνος] …   Dictionary of Greek

  • ομαδώ — ὁμαδῶ, έω (Α) [όμαδος] 1. (για πλήθος συγκεντρωμένων ανθρώπων που μιλούν όλοι μαζί) κάνω θόρυβο, προκαλώ οχλαγωγία («μνηστῆρες δ ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα», Ομ. Οδ.) 2. αναφωνώ («οἱ δ ὁμάδησαν θαρσαλέοις ἐπέεσι», Απολλ. Ρόδ.) …   Dictionary of Greek

  • παραναφωνώ — έω, Α [αναφωνώ] βρίσκομαι μέσα σε παρένθεση …   Dictionary of Greek